Monday, March 31, 2008

Μια ιτια κρυσταλλινη μια υδροεσσα λευκα
ενα ανεμοδαρμένο συντριβάνι
ενα δεντρο βαθύ που όμως χορευει
το περασμα ενος ποταμου που ελισαεται
μακραινει αναποδίζει αλλαζει κοιτη
και παντα εκβάλλει
μια πορεία γαληνια
αστρου η ανοιξης που δεν επειγει
νερο που με τα βλεφαρα κλεισμενα
ολη τη νυχτα μαντικό αναβλυζει
μια ομοφωνη ροή κυμα το κυμα
ωσπου να κρυψει η τρικυμία τα παντα
μια πρασινη επικρατεια χωρις δυση
οπως η λαμψη η αγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ ουρανού τη μεση

μια πορεία αναμεσα απ τις λοχμες
των ημερων που θα ρθούν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιου που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ το μέλλον
μες στα κλαδια που ξεθωριάζουν
ώρες φωτόςπου ηδη πουλια ραμφίζουν
οιωνοί που δραπετευουν απ τα χέρια

μια παρουσία σαν εξαφνο τραγούδι
σαν ανεμος που τραγουδα στις φλογες
δυο ματια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' ολα τα πελαγα και τα βουνά του
σώμα απο φως που φιλτραρε ο αχάτης
μηροί από φως κοιλια απο φως οι κολποι
οι βραχοι του ηλιου ενα κορμι στο χρώμα
του συννεφου στο χρωμα αλτριας μερας
η ωρα σπηνθηρίζει παιρνει σωμα
ειναι ορατος στο σωμα σου ηδη ο κοσμος
διαφανος μεσ στη διαφανεια σου

περνώ απ τις σηραγγες των ήχων
ρεω σε παρουσίες που αντηχούνε
σαν τον τυφλο διασχίζω τισ δαιφανειες
μια ανταυγεια με γεννα πεθαίνω σε αλλη
ω δασος απο κιονες μαγεμένους
κατω απο αψίδεσ φωτεινες προελαύνω
σ ενος διαυγους φθινοπωρου διαδρόμους

περνω απ το σωμα σου σαν απ τον κοσμο
ειναι η κοιλιά σου ηλιολουστη πλατεια
στα στηθη σου ναοί οπου τελλουνται
του αιματος τα παραλληλα μυστηρια
σαν το κισσο οι ματιες μου σε σκεπάζουν
εισαι μια πολη πελαγοζωσμένη
ενα οχυρο που έχει το φως διχάσει
σε δυο ροδοκοκκινα κομματια
μια γη απο αλατι απο πουλιά και βραχους
κατω απ του μεσημεριου το νομο

ντυμένη με των πόθων μου το χρώμα
οπως η σκέψη μου γυμνη γυρίζεις
περνω απ τα ματια σου σαν απο κρηνη
μεσα τους πινουν ονειρο οι τιγρεις
καιγεται το κολυβρι στη φωτιά τους
περνω απ την οψη σου σαν σεληνη
καθως το συννεφο απ τους στοχασμούς σου
σαν σ ονειρο περνώ απ την κοιλια σου

η φουστα σου παφλάζει η αχυρένια
φουστα κρυσταλλινη υδοεσσα φούστα
τα χειλη τα μαλλια τα βλεμματα σου
νυχτα και μερα βρεχεις μου ανοιγεις
με του νερου τα δαχτυλα το στηθος
με του νερου το στομα με τυφλώνεις
βρεχεις τα κοκκαλα μου στο κορμι μου
εισδυει με ρίζες του νερού ενα δέντρο

περνώ απ τη μεση σου σαν απο ρεμα
περνω απο το σωμα σου σαν απο δασος
σαν σε ωηλο βουνισιο μονοπάτι
που εμπρος σε βαραθρο τραχυ τελειωνει
στους αιχμηρους σου λογισμους βαδιζω
και στου λευκου μετωπου σου την εξοδο
ο ισκιος μου σωριαζεται ρημαζει
μαζευω τ κομματια μου ενα ενα
και προχωρω ασωματος και ψαχνω

απεραντοι διαδρομοι της μνημης
πορτες ορθανοιχτες προς μια αιθουσα αδεια
οπου ολα σηπτονται τα καλοκαιραι
κοσμηματα της διψας καιν στο βαθος
οψη σβησμενη μισοξεχασμενη
χερι που θα χαθει στ ακραγγιγμα μου
ιστοι αραχνης κατασκονισμενοι
σ αλλοτινα χαμογελα επάνω

στο μετωπο σου μια εξοδο γυρευω
ψαχνω για μαι στιγμη μα δε τη βρισκω
για της βροντης το προσωπο της μπορας
μες απ τα δεντρα τρεχοντας της νυχτας
προσωπο της βροχής σε κηπο ζοφου
επιμονο νερό πυ πλαι μου ρεει

ψαχνω διχως να βρισκω γραφω μονος
γυρω κανεις πεφτει η χρονια η μερα
πεφτω με τη στιγμη πεφτω στα βαθη
αθεατες οδοί μες στους καθρεφτες
που του ειδώλου μου διχνουν τα κομματια
μερες στιγμες ποδοπατω που φύγαν
του ισκιου μου ποδοπατω τις σκεψεις
αυτον τον ισκιο μια στιγμη ζητωντας

μια ζωντανη ημερομηνια γυρευω
τον χλιαρο του απομεσημερου ηλιο
πανω στα πορφυρα τειχη της λαβας
μεστωνε η ωρα εκει τις αρμαθιές της
στο σημα της σκορπουσαν τα κοριτσια
απο τα ροδινα της σπλάχνα βγαίναν
στις πετρινες αυλές του κολλεγιου
ψηλη σαν το φθινοπωρο περνουσε
λουσμενη φως κατω απ την αψιδα
κι ολογυρα την εντυνε ο χωρος
με διαφανο μαλαματενιο δερμα

τιγρη φωτοχρωμη σταχτι ελαφι
βαθια μες στα περιχωρα της νυχτας
μισοιδωμενο ενα κοριτσι γερνει
απ της βροχ τα πρασινα μπαλκονια
προσωπο εφηβικο που δεν μετριεται
ξεχασα τ ονομα σου Μελουσικα
Λαουρα Ισαβελλα Περσεφονη
έχεις τα προσωπα όλα και κανενα
εχεις ολες τις ωρες και καμμια
μοιαζεις εσυ με συννεφο με δεντρο
εισαι ολα τα πουλια μα και ενα αστερι
μοιαζεις εσυ με του σπαθιού την κοψη
την κουπα την αιματινη του δημιου
κισσος που εισβαλλει ζωνει ξεριζωνει
κα την ψυχη χωριζει απ τον εαυτό της

γραφη φωτιας επανω στον νεφριτη
ανασα των φιδιων σχισμη στο βραχο
στηλη του ατμού πηγη μεσα απ την πετρα
αυλη του φργγαριου αετοράχη
σπερμα γλυκανισου θανατου αγκαθι
ελαχιστο που δινει αθανατα αλγη
ποιμενισσα κοιλαδων υποβρυχίων
εποπτρια μες στην κοιλαδα του αδη
λιανα πιασμενη απο τους γκρεμούς του ιλιγγου
φυτο που αναρριχαται ολο φαρμακι
λουλουδι αναστασης ζωης σταφυλι
κυρα της αστραπης και της φλογερας
βραγια των γριασεμιων στο τραυμα αλατι
μπουκετο ροδα στον τουφεκισμενο
σεληνη της αγχονης χιονι αυγουστου
γραφη θαλασσης πανω στο βασαλτη
πανω στην ερημο η γραφη του ανεμου
μια διαθηκη του ηλιου ροδι σταχυ

οψη καμενη καταφαγωμενη
οψη εφηβική κατατρεγμενη
χρονια φαντασματα κυκλιες ημερες
που σ ιδια αυλη οδηγουν στον ιδιο τοιχο
και η στιγμη κι ειναι μια οψη μονο
οι οψεις οι διαδοχικες της φλογας
ενα ονομα ολα τα ονοματα ειναι
ολα τα προσωπα ειναι ενα μονο
μοναχα μια στιγμη ολοι οι αιωνες
και παντα στους αιωνες των αιωνων
θα φραζουν του αυριο την οδο δυο ματια

τιποτα εμπρος μου μια στιγμη μονάχα
νανκτημενη αποψε ονειρεμενη
περα απ του ονειρου τι μικτες εικόνες
στ ονειρο επάνω βιαια λαξεμενη
απ το μηδεν βγαλμενη αυτής της νυχτας
με τα δικά μου χερια αναστημενη
γραμμα το γραμμα ενω εηω επειγει ο χρονος
και της ψυχης μου κρουει σκαια τις πορτες
ο κοσμος με ωραριο σαρκοβορο
μοναχα μια στιγμη καθως οι πολεις
τα ονοματα οσα ζησαμε οι αισθησεις
στο μετωπο μου το τυφλο ρημαζουν
καθως ο πόνος και ο καημός της νυχτας
τον νου τον σκελετο μου ταπεινωνει
και το αιμα μου κυλα πιο αργα στις φλέβες
τα δοντια χαλαρωνουν και τα ματια
θαμπωνουνε κι οι μερες και τα χρονια
σοιβαζουν τους δικους τους αδειους τρομους

σαν κλεινει τη βενταλια του ο χρονος
και πια δεν κρυβουν κατι τα ειδωλα του
βυθίζεται η στιγμη αναδύεται παλι
τον θανατο ζωσμενη απειλημενη
απο τη νχτα και απο το πενθιμό της
χασμουρητο απ τον σαλο του θανατου
του θαλερου και προσωπιδοφορου
βυθιζεται η στιγμη στα ενδον στρεφει
οπως σφιγγει γροθιά οπως φρουτο
που αργα προς τον πυρηνα του ωριμαζει
και πινοντας τον εαυτό του απλωνει
κλεινει η διαφωτη στιγμη αναστρεφει
κι αργα ωριμαζει μεσα της ριζωνει
ολον με κατακτα φυτρώνει εντος μου
τ αφρονο φυλλωμα της με απελαυνει
οι σκεωεις μου ειναι μονο τα πουλια της
στις φλεβες μου κυλα ο υδραργυρός της
δεντρο του νου καρποι με γευση χρονου

ω ζωη οση εζησα και οση θα ζησω
χρονος που με μια αμπωτη τραβιεται
και να κοιτάξει πισω του δεν στρεφει
ολα οσα περασαν δεν ηταν ειναι
υπρκτα και σιωπηλα εκβαλλουν
σε μια στιγμη καινουρια που αχνοσβηνει

στο βραδυ εμπρος του νιτρου και τη πετρας
μ αθεατα μαχαιρια αρματωμενη
ανεξιχνιαστο ερυθρό μελάνι
κεντας στο δερμα μου κι ειναι οι πληγές μου
φορεμα που με φλογες με σκεπαζει
φλεγομαι μα δεν καιγομαι ζητάω
ωερο απ τα ματια σου αλλα αυτά ειναι πετρα
τα στηθη οι λαγονες η κοιλιά σου
ολα ειναι πετρα γευομαι τη σκονη
στο στομα σου του χρονου το φαρμακι
το σωμα σου εχει γευση απο πηγάδι
αδιεξοδο καθρέφτης που απαρνιεται
τα ματια οσων διψανε μονοπατι
που παντα στο ξεκινημα επιστρεφει
κι εσυ τυφλον με παιρνεις απ το χερι
και μ οδηγεις σ εμμονες γαλαριες
ως τα μισα του κυκλου εκει πυργωνεις
σαν λαμψη που παγωνει στο τσεκουρι
σαν ενα φως που γδερνει σαν κρεμαλα
που ολους τους μελοθανατους γητευει
γρηγορη λυγερη σαν το μαστιγιο
σαν οπλο διδυμο με το φεγγαρι
και σκαβουνε τα κοφτερα σου λογια
το στηθος μου μ αδειαζουν μ ερημωνουν
μου κλεβεις μια μια καθε μνημη
εχω ξεχασει τ ονομα μου οι φιλοι
γρυλιζουν μες στους χοιρους η σαπιζουν
στις ταφρους απ τον ηλιο φαγωμενοι

μονο πληγες δεν εχω μεσα μου αλλο
ενα κενο που δεν διανυει κανενας
παρον διχως παράθυρα μια σκεψη
που εμμενει κατοπτριζεται ανακλαται
κα χανεται μες στη διαφανεια της
συνειδηση διατρητη απ το ματι
που μονο του κοιτιεται πριν βουλιάξει
στη διαυγεια
τις φρικτες φολιδες σου ειδα
πρασινωπες ν αυγαζουν Μελουσινα
κοιμοσουν τυλιγμενη τα σεντονια
και κραυγαζες σαν το πολι ξυπνωντας
κι επεφτες διχως τελος ασπρο θραυσμα
μονο η κραυγη απομεινε απο σενα
κι εγω με ματια ασθενικα και βηχα
αιωνες μετα παλιες φωτογραφιες
κοιτάω
κανεις εδω κανεις δεν εισαι
μια χουφτα σταχτη και μια ξεσκονισταρ
μια σκουπα και ενα ατροχιστο μαχαιρι
μια στοιβα κοκκαλα σ ενα σαρκιο
ενα τσαμπι ξερο μια μαυρη τρυπα
και στον βυθο της τρυπας τα δυο ματια
κορης πνιγμενης πανε χιλια χρονια

θαμμενα βλεμματα σ ενα πηγαδι
ματιες που ηδη απ την αρχή μας βλέπουν
βλεμμα παιδιου μνας γριας που βλεπει
στον πρωτο γιο το νεο γονιο της
βλεμμα μητερας της μοναχοκόρης Μια ιτια κρυσταλλινη μια υδροεσσα λευκα
ενα ανεμοδαρμένο συντριβάνι
ενα δεντρο βαθύ που όμως χορευει
το περασμα ενος ποταμου που ελισαεται
μακραινει αναποδίζει αλλαζει κοιτη
και παντα εκβάλλει
μια πορεία γαληνια
αστρου η ανοιξης που δεν επειγει
νερο που με τα βλεφαρα κλεισμενα
ολη τη νυχτα μαντικό αναβλυζει
μια ομοφωνη ροή κυμα το κυμα
ωσπου να κρυψει η τρικυμία τα παντα
μια πρασινη επικρατεια χωρις δυση
οπως η λαμψη η αγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ ουρανού τη μεση

μια πορεία αναμεσα απ τις λοχμες
των ημερν που θα ρθούν κι η μιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιου που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ το μέλλον
μες στα κλαδια που ξεθωριάζουν
ώρες φωτόςπου ηδη πουλια ραμφίζουν
οιωνοί που δραπετευουν απ τα χέρια

μια παρουσία σαν εξαφνο τραγούδι
σαν ανεμος που τραγουδα στις φλογες
δυο ματια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' ολα τα πελαγα και τα βουνά του
σώμα απο φως που φιλτραρε ο αχάτης
μηροί από φως κοιλια απο φως οι κολποι
οι βραχοι του ηλιου ενα κορμι στο χρώμα
του συννεφου στο χρωμα αλτριας μερας
η ωρα σπηνθηρίζει παιρνει σωμα
ειναι ορατος στο σωμα σου ηδη ο κοσμος
διαφανος μεσ στη διαφανεια σου

περνώ απ τις σηραγγες των ήχων
ρεω σε παρουσίες που αντηχούνε
σαν τον τυφλο διασχίζω τισ δαιφανειες
μια ανταυγεια με γεννα πεθαίνω σε αλλη
ω δασος απο κιονες μαγεμένους
κατω απο αψίδεσ φωτεινες προελαύνω
σ ενος διαυγους φθινοπωρου διαδρόμους

περνω απ το σωμα σου σαν απ τον κοσμο
ειναι η κοιλιά σου ηλιολουστη πλατεια
στα στηθη σου ναοί οπου τελλουνται
του αιματος τα παραλληλα μυστηρια
σαν το κισσο οι ματιες μου σε σκεπάζουν
εισαι μια πολη πελαγοζωσμένη
ενα οχυρο που έχει το φως διχάσει
σε δυο ροδοκοκκινα κομματια
μια γη απο αλατι απο πουλιά και βραχους
κατω απ του μεσημεριου το νομο

ντυμένη με των πόθων μου το χρώμα
οπως η σκέψη μου γυμνη γυρίζεις
περνω απ τα ματια σου σαν απο κρηνη
μεσα τους πινουν ονειρο οι τιγρεις
καιγεται το κολυβρι στη φωτιά τους
περνω απ την οψη σου σαν σεληνη
καθως το συννεφο απ τους στοχασμούς σου
σαν σ ονειρο περνώ απ την κοιλια σου

η φουστα σου παφλάζει η αχυρένια
φουστα κρυσταλλινη υδοεσσα φούστα
τα χειλη τα μαλλια τα βλεμματα σου
νυχτα και μερα βρεχεις μου ανοιγεις
με του νερου τα δαχτυλα το στηθος
με του νερου το στομα με τυφλώνεις
βρεχεις τα κοκκαλα μου στο κορμι μου
εισδυει με ρίζες του νερού ενα δέντρο

περνώ απ τη μεση σου σαν απο ρεμα
περνω απο το σωμα σου σαν απο δασος
σαν σε ωηλο βουνισιο μονοπάτι
που εμπρος σε βαραθρο τραχυ τελειωνει
στους αιχμηρους σου λογισμους βαδιζω
και στου λευκου μετωπου σου την εξοδο
ο ισκιος μου σωριαζεται ρημαζει
μαζευω τ κομματια μου ενα ενα
και προχωρω ασωματος και ψαχνω

απεραντοι διαδρομοι της μνημης
πορτες ορθανοιχτες προς μια αιθουσα αδεια
οπου ολα σηπτονται τα καλοκαιραι
κοσμηματα της διψας καιν στο βαθος
οψη σβησμενη μισοξεχασμενη
χερι που θα χαθει στ ακραγγιγμα μου
ιστοι αραχνης κατασκονισμενοι
σ αλλοτινα χαμογελα επάνω

στο μετωπο σου μια εξοδο γυρευω
ψαχνω για μαι στιγμη μα δε τη βρισκω
για της βροντης το προσωπο της μπορας
μες απ τα δεντρα τρεχοντας της νυχτας
προσωπο της βροχής σε κηπο ζοφου
επιμονο νερό πυ πλαι μου ρεει

ψαχνω διχως να βρισκω γραφω μονος
γυρω κανεις πεφτει η χρονια η μερα
πεφτω με τη στιγμη πεφτω στα βαθη
αθεατες οδοί μες στους καθρεφτες
που του ειδώλου μου διχνουν τα κομματια
μερες στιγμες ποδοπατω που φύγαν
του ισκιου μου ποδοπατω τις σκεψεις
αυτον τον ισκιο μια στιγμη ζητωντας

μια ζωντανη ημερομηνια γυρευω
τον χλιαρο του απομεσημερου ηλιο
πανω στα πορφυρα τειχη της λαβας
μεστωνε η ωρα εκει τις αρμαθιές της
στο σημα της σκορπουσαν τα κοριτσια
απο τα ροδινα της σπλάχνα βγαίναν
στις πετρινες αυλές του κολλεγιου
ψηλη σαν το φθινοπωρο περνουσε
λουσμενη φως κατω απ την αψιδα
κι ολογυρα την εντυνε ο χωρος
με διαφανο μαλαματενιο δερμα

τιγρη φωτοχρωμη σταχτι ελαφι
βαθια μες στα περιχωρα της νυχτας
μισοιδωμενο ενα κοριτσι γερνει
απ της βροχ τα πρασινα μπαλκονια
προσωπο εφηβικο που δεν μετριεται
ξεχασα τ ονομα σου Μελουσικα
Λαουρα Ισαβελλα Περσεφονη
έχεις τα προσωπα όλα και κανενα
εχεις ολες τις ωρες και καμμια
μοιαζεις εσυ με συννεφο με δεντρο
εισαι ολα τα πουλια μα και ενα αστερι
μοιαζεις εσυ με του σπαθιού την κοψη
την κουπα την αιματινη του δημιου
κισσος που εισβαλλει ζωνει ξεριζωνει
κα την ψυχη χωριζει απ τον εαυτό της

γραφη φωτιας επανω στον νεφριτη
ανασα των φιδιων σχισμη στο βραχο
στηλη του ατμού πηγη μεσα απ την πετρα
αυλη του φργγαριου αετοράχη
σπερμα γλυκανισου θανατου αγκαθι
ελαχιστο που δινει αθανατα αλγη
ποιμενισσα κοιλαδων υποβρυχίων
εποπτρια μες στην κοιλαδα του αδη
λιανα πιασμενη απο τους γκρεμούς του ιλιγγου
φυτο που αναρριχαται ολο φαρμακι
λουλουδι αναστασης ζωης σταφυλι
κυρα της αστραπης και της φλογερας
βραγια των γριασεμιων στο τραυμα αλατι
μπουκετο ροδα στον τουφεκισμενο
σεληνη της αγχονης χιονι αυγουστου
γραφη θαλασσης πανω στο βασαλτη
πανω στην ερημο η γραφη του ανεμου
μια διαθηκη του ηλιου ροδι σταχυ

οψη καμενη καταφαγωμενη
οψη εφηβική κατατρεγμενη
χρονια φαντασματα κυκλιες ημερες
που σ ιδια αυλη οδηγουν στον ιδιο τοιχο
και η στιγμη κι ειναι μια οψη μονο
οι οψεις οι διαδοχικες της φλογας
ενα ονομα ολα τα ονοματα ειναι
ολα τα προσωπα ειναι ενα μονο
μοναχα μια στιγμη ολοι οι αιωνες
και παντα στους αιωνες των αιωνων
θα φραζουν του αυριο την οδο δυο ματια

τιποτα εμπρος μου μια στιγμη μονάχα
νανκτημενη αποψε ονειρεμενη
περα απ του ονειρου τι μικτες εικόνες
στ ονειρο επάνω βιαια λαξεμενη
απ το μηδεν βγαλμενη αυτής της νυχτας
με τα δικά μου χερια αναστημενη
γραμμα το γραμμα ενω εηω επειγει ο χρονος
και της ψυχης μου κρουει σκαια τις πορτες
ο κοσμος με ωραριο σαρκοβορο
μοναχα μια στιγμη καθως οι πολεις
τα ονοματα οσα ζησαμε οι αισθησεις
στο μετωπο μου το τυφλο ρημαζουν
καθως ο πόνος και ο καημός της νυχτας
τον νου τον σκελετο μου ταπεινωνει
και το αιμα μου κυλα πιο αργα στις φλέβες
τα δοντια χαλαρωνουν και τα ματια
θαμπωνουνε κι οι μερες και τα χρονια
σοιβαζουν τους δικους τους αδειους τρομους

σαν κλεινει τη βενταλια του ο χρονος
και πια δεν κρυβουν κατι τα ειδωλα του
βυθίζεται η στιγμη αναδύεται παλι
τον θανατο ζωσμενη απειλημενη
απο τη νχτα και απο το πενθιμό της
χασμουρητο απ τον σαλο του θανατου
του θαλερου και προσωπιδοφορου
βυθιζεται η στιγμη στα ενδον στρεφει
οπως σφιγγει γροθιά οπως φρουτο
που αργα προς τον πυρηνα του ωριμαζει
και πινοντας τον εαυτό του απλωνει
κλεινει η διαφωτη στιγμη αναστρεφει
κι αργα ωριμαζει μεσα της ριζωνει
ολον με κατακτα φυτρώνει εντος μου
τ αφρονο φυλλωμα της με απελαυνει
οι σκεωεις μου ειναι μονο τα πουλια της
στις φλεβες μου κυλα ο υδραργυρός της
δεντρο του νου καρποι με γευση χρονου

ω ζωη οση εζησα και οση θα ζησω
χρονος που με μια αμπωτη τραβιεται
και να κοιτάξει πισω του δεν στρεφει
ολα οσα περασαν δεν ηταν ειναι
υπρκτα και σιωπηλα εκβαλλουν
σε μια στιγμη καινουρια που αχνοσβηνει

στο βραδυ εμπρος του νιτρου και τη πετρας
μ αθεατα μαχαιρια αρματωμενη
ανεξιχνιαστο ερυθρό μελάνι
κεντας στο δερμα μου κι ειναι οι πληγές μου
φορεμα που με φλογες με σκεπαζει
φλεγομαι μα δεν καιγομαι ζητάω
ωερο απ τα ματια σου αλλα αυτά ειναι πετρα
τα στηθη οι λαγονες η κοιλιά σου
ολα ειναι πετρα γευομαι τη σκονη
στο στομα σου του χρονου το φαρμακι
το σωμα σου εχει γευση απο πηγάδι
αδιεξοδο καθρέφτης που απαρνιεται
τα ματια οσων διψανε μονοπατι
που παντα στο ξεκινημα επιστρεφει
κι εσυ τυφλον με παιρνεις απ το χερι
και μ οδηγεις σ εμμονες γαλαριες
ως τα μισα του κυκλου εκει πυργωνεις
σαν λαμψη που παγωνει στο τσεκουρι
σαν ενα φως που γδερνει σαν κρεμαλα
που ολους τους μελοθανατους γητευει
γρηγορη λυγερη σαν το μαστιγιο
σαν οπλο διδυμο με το φεγγαρι
και σκαβουνε τα κοφτερα σου λογια
το στηθος μου μ αδειαζουν μ ερημωνουν
μου κλεβεις μια μια καθε μνημη
εχω ξεχασει τ ονομα μου οι φιλοι
γρυλιζουν μες στους χοιρους η σαπιζουν
στις ταφρους απ τον ηλιο φαγωμενοι

μονο πληγες δεν εχω μεσα μου αλλο
ενα κενο που δεν διανυει κανενας
παρον διχως παράθυρα μια σκεψη
που εμμενει κατοπτριζεται ανακλαται
κα χανεται μες στη διαφανεια της
συνειδηση διατρητη απ το ματι
που μονο του κοιτιεται πριν βουλιάξει
στη διαυγεια
τις φρικτες φολιδες σου ειδα
πρασινωπες ν αυγαζουν Μελουσινα
κοιμοσουν τυλιγμενη τα σεντονια
και κραυγαζες σαν το πολι ξυπνωντας
κι επεφτες διχως τελος ασπρο θραυσμα
μονο η κραυγη απομεινε απο σενα
κι εγω με ματια ασθενικα και βηχα
αιωνες μετα παλιες φωτογραφιες
κοιτάω
κανεις εδω κανεις δεν εισαι
μια χουφτα σταχτη και μια ξεσκονισταρ
μια σκουπα και ενα ατροχιστο μαχαιρι
μια στοιβα κοκκαλα σ ενα σαρκιο
ενα τσαμπι ξερο μια μαυρη τρυπα
και στον βυθο της τρυπας τα δυο ματια
κορης πνιγμενης πανε χιλια χρονια

θαμμενα βλεμματα σ ενα πηγαδι
ματιες που ηδη απ την αρχή μας βλέπουν
βλεμμα παιδιου μνας γριας που βλεπει
στον πρωτο γιο το νεο γονιο της
βλεμμα μητερας της μοναχοκόρης
που βλεπει στον πατερα της το γιο της
βλεμματα που μας βλεπουν απ τα βαθη
του βιου αυτού παγιδες θανάτου
- η να ναι αλλιως σ αυτα τα ματια η πτωση
να ναι στη γνησια ζωη η επανοδος

πεφτω γυρνω μες στο ονειρο με βλεπω
και ματια αλλα με βλεπουν απ το μελλον
αλλη ζωη αλλο θανατο πεθαινω
- αυτη η νυχτα αυτη η στιγμη μου φτανει
που ακαταπαυστα ναοιγει και μου αποκαλυπτει
που ημουνα ποιος ημουν πως σε λενε
ποιο ειναι τ' ονομά μου
να χα σχεδια
γι αυτο το καλοκαιρι - κι ολα τ αλλα-
στην Κριστοφερ Στρητ πανε δεκα χρονια
με την φυλλιδα που χε δυο λακακκια
οπου επιναν ηλιοφως τα σπουργιτια
μου λεγε η καρμεν στη ρεφορμα " ο αερας
ειναι ελαφρυς δώ ειναι παντα Οκτωβρης"
η το λεγε σε καποιον αλλον που χασα
η το χω φανταστει πως καποιος το πε
στης Οαχακα δε βαδισα τη νυχτα
την αχανη και ολοχλωρη σαν δεντρο
μιλωντας μονος σαν τρελος αγερας

και στο δωματιο μου γυρνωντας παλι
δεμε αναγνωρισαν οι καθρεφτες
δεν ειδαμε απ τ Οτελ Βερνε να ορχειται
η αυγη στις καστανιες - περασε η ωρα
ειπες σαν χτενιζοσουν και σε κοιτουσα
βουβος εγω στον τοιχο τους λεκεδες
μαζι δεν ανεβηκαμε στον πυργο
να δουμε την ακτη να πεφτει η μερα
δεν πηραμε γαρδενιες στο περοτε
και στο μπινταρ καρπους
τοποι κ ονοματα
δρομοι και προσωπα πλατειες δρομοι
σταθμοι ενας κηπος τα μονηρη δωματια
στον τοιχο ενας λεκες καποιος χτενιζεται
πλαι μου καποιος τραγουδαει και αλλαζει
τοποι κ ονοματα δωματια δρομοι


1937 Μαδριτη
κεντουσαν οι γυναικες στην πλατεια
με τα παιδια τους λεγανε τραγουδια
μετα ο συναγερμος κραυγες τριγυρω
σπιτια γονατισμενα μες στη σκονη
κτηρια φτυσμενα τειχη ραγισμενα
κι ο ορυμαγδος διαρκως των κινητρων
οι δυο γυμνωθηκαν και αγαπηθηκαν
ν αγωνιστουν για το αιωνιο μερτικό μας
το μερτικο μας στην εδεμ στον χρονο
τις ριζες μας ν αγγιξουν ν ανακτησουν
τον κληρο μας που της ζωης οι κλεφτες
χιλιους αιωνες τωρα μας αρπάξαν

οι δυο γυμνωθηκαν και φιληθηκαν
γιατι οι γυμνοτητες τους ειναι ενωμενες
ειν ατρωτες κι υπερπηδουν το χρονο
ανεγγιχτες γυριζουν την αρχη τους
δεν εχει εκει εσυ η εγω χθες αυριο
των δυο η αληθεια ειν μια ψυχη ένα σωμα
ω ειναι ακεριαο
δωματια ερμαια
μεσα σε πολεις που τραβουν στον πατο
ονοματα πληγες δωματια δρομοι
δωματια που κοιτουν δωματια αλλα
με ξεθωρη ταπετσαρια ολοιδια
οπου διαβαζει εφημεριδα καποιος
και καποια σιδερωνει σπιτι διαφανο
με τα ροδακινοκλαδα επισκεπτες
ενα αλλο σπιτι απ εξω παντα βρεχει
μια ατυλη και τρια παιδακια σκουριασμενα
σπιτια που ναι καραβια και ανεμιζουν
στον κόλπο του φωτος η και υποβρυχια
μια πρασινη σιωπή που κυματιζει
κι οτι ακουμπαμε παντα φωσφορίζει
μαυσωλεια λαμπρα με πορτραιτα ηδη
φθαρμένα με καλυμματα τριμμενα
κελλια παγιδες μαγεμενα σπηλαια
κλουβια πουλιων δωμτια αριθμημενα
ολα μεταμορφωνονται πετανε
καθε μια πορτα βλεπει προς τη θαλασσα
καθε εκμαγειο ειναι συννεφο καθε
δειπνο γιορτη κλειστασαν τα κοχυλια
μενουν απορθητα απ τον χρονο χρονο
εδω δεν εχει η τειχη χώρο μονο
το χερι σου απλωσε δρεψε τον πλουτο
φαε τη ζωη κοψε του ςκαρπους της
κατω απ το δεντρο ξαπλωσε νερο πιες

ολα μεταμορφωνονται ολα αγιαζουν
κεντο του κοσμου καθε καμαρα ειναι
καθε μια πρωτη νυχτα πρωτη μερα
γεννιεται ο κοσμος οταν δυο φιλιουνται
μια σταλα φως στα διαφανα μας σπλαχνα
η καμαρα σαν φρουτο μισανοιγει
η εκρηγνυται σαν σιωπηλο αστερι
κι οι νομοι φαγωμένοι απ τα ποντικια
καγκελα τραπεζων δεσμωτηριων
συρματοπλεγματα χαρτινες γριλιες
τ αγκαθια τα κεντρια και οι σφραγιδες
το μονοχορδο κυρηγμα των οπλων
μελιρρυτοι σκορπιοι με πετραχήλι
ο τιγρης με το ημιψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού η των Χορτοφάγων
ονοι παιδγωγοί και εθνοπατερες
κροκοδειλοι που κανουν τους σωτήρες
ο ηγετης το τσακάλι ο εργολαβος
του μελλοντος το ενστολο γουρουνι
ο υιος ο εκλεκτος της εκκλησιας
που πλενει μ αγιασμο τα μαυρα δοντια
κι ακουει μαθηματα αγγλικων κατ οικον
η και δημοκρατιας, αθεατοι τοιχοι
και σαπιες προσωπιδες που χωριζουν
τον ανθρωπο απ τους αλλους ανθρωπους
τον ανθρωπο απ τον ιδιο
καταρρεουν
σε μια αχανη στιγμη καθως για λιγο
νοιωθουμε τη χαμενη ενοτητα μας
τη δοξα και την ερημια του ανθρωπου
που θανατο ηλιο και ψωμι μοιραζει
το ξεχασμενο σαστισμα ως ζουμε

μαχη ειναι η αγαπη οταν δυο φιλιουνται
αλλαζει ο κοσμος παιρνουν σαρκα οι ποθοι
η σκεψη παιρνει σαρκα και στου σκλαβου
τους ωμους βγαινουνε φτερα αληθευει
ο κοσμος το κρασι κρασι να ναι παλι
και το νερο νερο ψωμι με γευση
μαχη ειναι η αγαπη σαν ν ανοιγεις πορτες
και παυεις να σαι ενας ακομα ισκιος
εγκαθειρτος μ αιωνιες αλυσιδες
σ απροσωπο δυναστη
αλλάζει ο κοσμος
οι δυο τους σαν γνωριζονται απ τα ματια
αγαπη ειναι να εκδυεις το ονομά σου
"ασε με να μαι η πορνη σου' του ειπε
η Ελοιζα ομως αυτος πιστος στους νομους
την πηρε συζυγο και γι ανταμοιβη του
τον ευνουχισαν
το εγκλημα καλυτερα
οι αυτοκτονοι εραστες η αιμομιξια
των αδελφων που λες σαν δυο καθρεφτες
ποθησαν τοσο την ομοιοτητα τους
καλυτερα να τρως ψωμι φαρμακι
καλυτερα μοιχος σε κλινες σταχτης
οι βαναυσοι ερωτες το παραληρημα
και του κισσου του η πικρα ο σοδομιτης
που αντι γαρυφαλλο φορα στο πετο
μια ροχαλα καλυτερα στο δρομο
να λιθοβοληθεις παρα μαγγανι
να γυρνας που τη ζωη σου ανουσια στυβει
που πρεπει τους αιωνες σ αδειες ωρες
και σ αλυσιδες τα λεπτα τον χρονο
σε δεκαρες κοπρανα αφηρημενα

καλυτερα η αγνοτητα αυλο ανθος
που στης σιωης λικνιζεται τους μισχους
το δυσκολο διαμνρι των αγιων
φιλτρο των ποθων κορεσμος του χρονου
γαμοι της κινησης και της γαληνης
μια εστεμμενη μοναξια που ψαλλει
καθε ωρα ειναι ενα πεταλο κρυσταλλου
ο κοσμος ξεγυμνωνεται απο τις μασκες
στο κεντρο του μια διαυγεια που παλλει
οτι λεμε θεο το ανωνυμο ειναι
κοιτιεται στο μηδεν το απροσωπο ειναι
προβαλλει απ τον εαυτο του ηλιων ηλιος
πληροτητα απο ονοματα και οντα

παλι παραληρω δωματια δρομοι
του χρονου τους διαδρομους ψηλαφιζω
κι ανεβοκατεβαινω τα σκαλια του
τους τοιχους του αγγιζω δεν κινουμαι
πισω γυρνω ζηταω το προσωπό σου
πορευομαι στους δρομους του εαυτού μου
κατω απο τον ήλιο διχως ηλικια
και εσυ βαδιζεις πλαι μου σα δεντρο
σαν το πταμι πας καιμου φωναζεις
στα χερια μου βλασταινεις σαν το σταχυ
στα χερια μου σαν σκιουρος σιγοτρεμεις
οπως χιλια πουλια πετας, με σκεπει
το γελιο σου μ αφρους στα χερια μου ειναι
η κεφαλη σου ενα μικρο αστερι
ο κοσμος ξανανθιζει οταν γελωντας
τρως ενα πορτοκαλι
αλλαζει ο κοσμος
αν δυο απ τον ιλιγγο ενωμενοι πεσουν
στη χλοη ο ουρανος πια χαμηλωνει
τα δεντρα υψωνονται ο χωρος ειναι
φως μονο και σιωπη χωρος μονο
ολανοιχτος για να πετουν τα ματια
ασπρη φυλη περνουν τα νεφη , λυνει
τους καβους το κορμι, η ψυχη σαλπαρει
τα ονοματα μας χανουμε, στην τυχη
πλεουμε μεταξυ γλαυκου και πρασινου
ακεραιος χρονος οπου δε συμβαινει
τιποτα μονο ολβια ροή του

τιποτα δε συμβαινει εσυ σωπαινεις
(σιωπη αγγελοι τη στιγμη διασχιζουν
λαμπροι σαν τη ζωη χιλιαδων ηλιων)
τιποτα μονο το βλεφαρισμα σου
- κι η Εδεμ , η αποπομπή , ο πρωτος φονος
του γαιδαρου η μασελα ο μαυρος σαλος
και του νεκρου το δυσπιστο το βλεμμα
σαν πεφτει πανω στον σταχτη το καμπο
ο Αγαμεμνωνας κι ο φρικτος του γοος
και η κραυγή και πλαι της Κασσανδρας
πιο δυνατη απ τον βογγο των κυματων
ο δεσμιος Σωκρατης (ξημερωνει
αφυπνιση ειναι ο θανατος " ω Κριτων
του Ασκληπιου εναν πετεινο, γιατρευτηκα
πια απ τη ζωη") της Νινευης τα ερειπια
που υαινες μελετουν, ο ισκιος που ειδε
ο Βρουτος πριν τη μαχη, ο Μοκτεζουμα
στο ακανθινο κρεβατι της αγρυπνιας
του καρου το ταξιδι προς τον Αδη
- το ατελειωτο ταξιδι που μετρουσε
λεπτο με το λεπτο ο Ροβεσπιερος
στα χερια το σπασμενο του σαγονι-
ενθρονος μεσα στο αιμα του ο Τσουρουκα
σαν σε στεψη τα μετρημενα βηματα
στον δρομο προς το θεατρο του Λινκολν
του Τροτσκυ ο ρογχος και τα βογγητα του
σαν θηριου στο βλεμμα του Μαδερο
(γιατι μου παιρνουν τη ζωη?) η σιγη τους
οι γοοι οι βλατημιες οι σιωπες του αγιου
του φτωχοδιαβολου του εγκληματια
φρασεων κοιμητηρια και ανεκδοτων
που οι σκυλοι της ρητορικής σκαλιζουν
οι ληροι το κρεμετισμα ο σαλος
στο ψυχομαχητο μας κεινο το ασθμα
της νεογεννητης ζωης κι ο κροτος
τα κοκκαλα οταν σπαζουν στην αμαχη
καιτο αφρισμανο στομα του προφητη
και η κραυγη του κι η κραυγη του δημιου
και των θυματων η κραυγή
ειναι φλογες
τα ματια κι ειναι φλογες οτι βλεπουν
φλογα το αφτι και καθε ηχος φλογα
θρακα τα χειλη και δαυλος η γλωσσα
η αφη κι οτι ακουμπα η σκεψη κι οτι
αποζητα κι εκεινος που την εχει
ολα πυρακτωμενα φλογα ο κοσμος
καιει το μηδεν που ομως μηδεν δεν ειναι
μα σκεψη φλογινη καπνος εν τελει
δημιος κανεις και θυμα
και η κραυγη του
εκεινη την παρασκευηβη σιωπη του
μες σε σημεια θαμμενη αυτη η σιωπη του
μιλαει διχως λεξεις δεν μιλαει
δεν ειναι τιποτα η κραυγη του ανθρωπου
δεν τρεχει τιποτα οσο τρεχι ο χρονος

-δεν τρεχει τιποτα , το ματι του ηλιου
μοναχα παιζει, κινηση καμμια
η λυτρωση , δεν επιστρεφει ο χρονος
στεκουν γρεα οι νεκροι στον θανατο τους
δεν γινεται αλλο θανατο να βρουνε
ανεγγιχτοι μορφαζουν παγωμενοι
απο τον αδη και τη μοναξια τους
αποροι μας κοιτουν και δεν μας βελπουν
το αγαλμα της ζωης τους ειναι ο χαρος
ενα μηδεν παντα ιδιο και για παντα
καθε λεπτο ειναι ενα μηδεν για παντα
το φαντασμα ενος βασιλια ρυθμιζει
πια τον σφυγμο την τελευταια σου σταση
σκληρη στην οψη σου μασκα χαρασσει
ειμαστε το μνημειο εμεις μιας αλλης
ζωης αγνωριστης, περιπου ξενης

- η ζωη ποτε ηταν πραγματι δική μας
ποτε ειμαστε οτι ειμαστε στ αληθεια
και μονοι μας εν τελει ειμαστε παντα
μοναχα ενα κενο, μια ζαλη , σ' εναν
καθρεφτη μορφασμοι, ναυτια και τρομος
δεν ειναι ποτε η ζωη δική μαςειναι
αλλων, δεν ειναι κανενος, ολοι ειμαστε
η ζωη- ψωμι του ηλιου για τους αλλους
ολους τους αλλους που ειμαστε οι ιδιοι-
ειμαι ενας αλλος οταν ειμαι, οι πραξεις μου
ειν πιο δικες μου οταν ανηκουν σε ολους
για να μαι γω πρεπει να μαι αλλος
να βγω απ το εγω να με ζητησω σ αλλους
τους αλλους που δεν ειναι αν δεν υπαρχω
τους αλλους που πληρουν την υπαρξη μου
ειμαι δεν εχει η εγω εμεις μοναχα
παντα η ζωη ειναι αλλη, αλλου πιο περα
περ απο εσεναη εμενα παντα οριζοντας
ζωη που μας ποθει και μας διχαζει
μας δινει προσωπο και το τσακιζει
πεινα του ειναι ω θανατε ψωμι ολων

Μαρια Ελοιζα Περσεφονη
το προσωπο σου δειξε μου επιτελους
να δω στ αληθεια τη μορφη μου εκεινη
του αλλου το προσωπο μου το δικο μας
και των ολων το προσωπο του φουρναρη
του δεντρου του οδηγού του ναυτη του ηλιου
της ρεματιας του Πετρυ και του Παυλου
προσωπο ενος συλλογικου ερημιτη
ξυπνα με αν γεννιεμαι
ζωη και θανατος
μεσα μου συμμαχουν κυρα της νυχτας
ρηγιασσα της αυγής διαυγειας πυργε
παρθενα της σεληνης βρυσομαννα
σωμα του κοσμου οικε του θανατου
ολοενα πεφτω αφοτου ηρθα στον κοσμο
μεσα μου πεφτψ και βυθο δε πιανω
δεξου με μες στα ματια σου την σκορπια
ενωσε σκονη μονοιασε την τεφρα μου
δεσε τα χωρισμενα οστα μου, πνευσε
στο ειναι μου θαψε με μες στη γη ου
τη σκεψη μου η σιωπη σου ας ειρηνευσει
τη σπαραγμενη
απλωσε ο χερι
κυρα εσυ των σπορων που ειναι μερες
η μερα υψουται στ απειρο βλασταινει
θνητη γεννιεται κι ομως δεν πεθαινει
καθε μια μερα ειναι και γεννα, καθε
ανατολη, σαν ανατελλουμε ολοι
και ο ηλιος ανατελλει με ηλιου προσωπο
κι ο γειτονας ανατελει κι αυτος με το δικό του
το προσωπο που ειναι το προσωπο ολων
πυλη του ειναι ανατειλε ελα
κανε να δω την οψη αυτης της μερας
κανε να δω την οψη αυτης της νυχτας
ολα συνεχονται τα παντα αλλαζουν
αψιδα του αιματος σφυγμων γεφυρι
στην αλλη οχθη παρε με της νυχτας
οπου εγω ειμαι εσυ και ολοι ενωμενοι
στων αντωνυμιων μεσα το κρατος

πυλη του ειναι εγερσου το ειναι σου ανοιξε
διδαξου τωρα και το εσυ σκαψε
στην οψη σου μορφη προσωπου παρε
το προσωπο μου για να δεις που εσενα
βλεπει και τη ζωη ως το θανατο ολη
προσωπο πελαγου ψωμιου και βραχου
πηγη που μας διαβρωνει και μας κανει
προσωπο ανωνυμο απροσωπο ειναι
παρουσιων αφατη παρουσια

να παω ζητω μα δεν μπορω πιο περα
επεσε η μια στιγμη πανω στην αλλη
τα ονειρα κοιμηθηκα της πετρας
που ονειρα δεν βλεπει το αιμα μου ακουσα
στης πετρας τον καιρ δεσμιο να ψαλλει
με μια βοη ολο φως εψαλλε ο ποντος
ενα προς ενα τα οχυρα λυγιζαν
στα τειχη ολες οι πυλες καταρρεαν
και κουρσευε το μετωπ μου ο ηλιος
βιαζε τα κλειστα τα βελφαρα μου
το ειναι απ τη φλουδα μου αποσπουσε
με αρπαζε απο μενα με τραβουσε
απο το βαρβαρο υπνο αιωνων πετρασ
και του ειδωλου του ανασταινε η μαγεια
Μια ιτια κρυσταλλινη μια υδροεσσα λευκα
ενα ανεμοδαρμένο συντριβάνι
ενα δεντρο βαθύ που όμως χορευει
το περασμα ενος ποταμου που ελισαεται
μακραινει αναποδίζει αλλαζει κοιτη
και παντα εκβάλλει

Μεξικο 1957

++

No comments: